Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to unnerve
01
αναστατώνω, κάνω κάποιον να αισθάνεται άβολα
to make someone feel uneasy or anxious, disrupting their usual calm or confidence
Transitive: to unnerve sb
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
unnerve
γ΄ ενικό πρόσωπο
unnerves
ενεστώτα μετοχή
unnerving
απλός αόριστος
unnerved
παθητική μετοχή
unnerved
Παραδείγματα
The mysterious messages left at the crime scene were designed to unnerve the investigators.
Τα μυστηριώδη μηνύματα που άφησαν στο σκηνικό του εγκλήματος σχεδιάστηκαν για να αναστατώσουν τους ερευνητές.
Λεξικό Δέντρο
unnerved
unnerving
unnerve
nerve



























