to unnerve
Pronunciation
/əˈnɝv/

Ορισμός και σημασία του "unnerve"στα αγγλικά

to unnerve
01

αναστατώνω, κάνω κάποιον να αισθάνεται άβολα

to make someone feel uneasy or anxious, disrupting their usual calm or confidence
Transitive: to unnerve sb
to unnerve definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
unnerve
γ΄ ενικό πρόσωπο
unnerves
ενεστώτα μετοχή
unnerving
απλός αόριστος
unnerved
παθητική μετοχή
unnerved
Παραδείγματα
The mysterious messages left at the crime scene were designed to unnerve the investigators.
Τα μυστηριώδη μηνύματα που άφησαν στο σκηνικό του εγκλήματος σχεδιάστηκαν για να αναστατώσουν τους ερευνητές.

Λεξικό Δέντρο

unnerved
unnerving
unnerve
nerve
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store