Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
uninformed
01
απληροφόρητος, αγνοών
lacking knowledge or information about a particular subject or situation
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most uninformed
συγκριτικός βαθμός
more uninformed
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She felt uninformed about the latest developments in her field after a long absence.
Αισθάνθηκε απληροφόρητη για τις τελευταίες εξελίξεις στον τομέα της μετά από μια μακρά απουσία.
Λεξικό Δέντρο
uninformed
informed
formed
form



























