unimaginative
un
ˌʌn
an
i
ɪ
i
ma
ˈmæ
gi
ʤɪ
ji
na
tive
tɪv
tiv

Ορισμός και σημασία του "unimaginative"στα αγγλικά

unimaginative
01

αφαντασίαστος, χωρίς φαντασία

not having creative or interesting ideas or thoughts 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unimaginative
συγκριτικός βαθμός
more unimaginative
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
His painting style is dull and unimaginative. 

Το στυλ ζωγραφικής του είναι βαρετό και χωρίς φαντασία.

02

αφαντασίαστος, χωρίς πρωτοτυπία

lacking spontaneity or originality or individuality 
03

αφαντασίαστος, πρακτικός

dealing only with concrete facts 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store