unimaginative
un
ʌn
αν
i
ɪ
ι
ma
ˈmæ
μαι
gi
ˌʤə
τζα
na
να
tive
tɪv
τιβ
/ˌʌnɪmˈæd‍ʒɪnətˌɪv/

Ορισμός και σημασία του "unimaginative"στα αγγλικά

unimaginative
01

αφαντασίαστος, χωρίς φαντασία

not having creative or interesting ideas or thoughts
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unimaginative
συγκριτικός βαθμός
more unimaginative
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The movie ’s unimaginative script disappointed many viewers.
Το αφάνταστο σενάριο της ταινίας απογοήτευσε πολλούς θεατές.
02

αφαντασίαστος, χωρίς πρωτοτυπία

lacking spontaneity or originality or individuality
03

αφαντασίαστος, πρακτικός

dealing only with concrete facts
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store