Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
incognizant
01
αγνοών, ασυνείδητος
having a lack of recognition or awareness
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most incognizant
συγκριτικός βαθμός
more incognizant
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The incognizant tourists missed the historical significance of the monument they visited.
Οι αγνοούντες τουρίστες έχασαν την ιστορική σημασία του μνημείου που επισκέφτηκαν.
Λεξικό Δέντρο
incognizant
cognizant
cognize



























