Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
incognizant
01
αγνοών, ασυνείδητος
having a lack of recognition or awareness
Παραδείγματα
She felt incognizant of the changes happening in her community until it was too late.
Αισθανόταν αγνοούσα τις αλλαγές που συνέβαιναν στην κοινότητά της μέχρι που ήταν πολύ αργά.
Λεξικό Δέντρο
incognizant
cognizant
cognize



























