incognizant
Pronunciation
/ɪnkˈɑːɡnɪzənt/
incognisant

Ορισμός και σημασία του "incognizant"στα αγγλικά

incognizant
01

αγνοών, ασυνείδητος

having a lack of recognition or awareness
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most incognizant
συγκριτικός βαθμός
more incognizant
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She felt incognizant of the changes happening in her community until it was too late.
Αισθανόταν αγνοούσα τις αλλαγές που συνέβαιναν στην κοινότητά της μέχρι που ήταν πολύ αργά.

Λεξικό Δέντρο

incognizant
cognizant
cognize
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store