Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unflawed
01
άψογος, χωρίς ελαττώματα
perfect and without any defects, imperfections, or errors
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unflawed
συγκριτικός βαθμός
more unflawed
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
quality, perfection, evaluation
Παραδείγματα
The diamond was unflawed, with no visible inclusions or blemishes.
Το διαμάντι ήταν άψογο, χωρίς ορατές προσμείξεις ή ελαττώματα.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
unflawed
flawed
flaw



























