unflawed
un
ʌn
αν
flawed
flɑd
φλαντ
/ʌnflˈɔːd/

Ορισμός και σημασία του "unflawed"στα αγγλικά

01

άψογος, χωρίς ελαττώματα

perfect and without any defects, imperfections, or errors
Παραδείγματα
The sculpture appeared unflawed, with every detail perfectly rendered by the artist.
Το γλυπτό φαινόταν άψογο, με κάθε λεπτομέρεια να αποδίδεται τέλεια από τον καλλιτέχνη.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store