unflawed
un
ʌn
an
flawed
ˈflɔ:d
flawd
unthawed

Ορισμός και σημασία του "unflawed"στα αγγλικά

01

άψογος, χωρίς ελαττώματα

perfect and without any defects, imperfections, or errors 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unflawed
συγκριτικός βαθμός
more unflawed
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
quality, perfection, evaluation
Παραδείγματα
The diamond was unflawed, with no visible inclusions or blemishes. 

Το διαμάντι ήταν άψογο, χωρίς ορατές προσμείξεις ή ελαττώματα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

unflawed
flawed
flaw
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store