Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unflawed
01
άψογος, χωρίς ελαττώματα
perfect and without any defects, imperfections, or errors
Παραδείγματα
The sculpture appeared unflawed, with every detail perfectly rendered by the artist.
Το γλυπτό φαινόταν άψογο, με κάθε λεπτομέρεια να αποδίδεται τέλεια από τον καλλιτέχνη.
Λεξικό Δέντρο
unflawed
flawed
flaw



























