unfinished business
Pronunciation
/ʌnfˈɪnɪʃt bˈɪznəs/

Ορισμός και σημασία του "unfinished business"στα αγγλικά

Unfinished business
01

ατελείωτες δουλειές, εκκρεμή θέματα

a thing that has not been completed, discussed, or dealt with yet
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
unfinished businesses
Παραδείγματα
The unfinished business from their last conversation still lingered, making it hard for them to reconcile.
Οι ανολοκλήρωτες υποθέσεις από την τελευταία τους συζήτηση παρέμεναν, κάνοντας δύσκολη τη συμφιλίωση.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store