Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unengaged
01
αδιάφορος, μη εμπλεκόμενος
(of a person) not actively involved or interested in a particular task, conversation, or activity
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unengaged
συγκριτικός βαθμός
more unengaged
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She seemed unengaged during the meeting, staring out the window.
Φαινόταν αδιάφορη κατά τη διάρκεια της συνάντησης, κοιτώντας έξω από το παράθυρο.
02
μη αρραβωνιασμένος, χωρίς δέσμευση
having no formal commitment or promise of marriage
Παραδείγματα
Despite the rumors, she remained unengaged.
Παρά τις φήμες, παρέμεινε μη δεσμευμένη.
Λεξικό Δέντρο
unengaged
engaged
engage



























