Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unengaged
01
αδιάφορος, μη εμπλεκόμενος
(of a person) not actively involved or interested in a particular task, conversation, or activity
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unengaged
συγκριτικός βαθμός
more unengaged
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She felt unengaged with her current project and decided to seek new challenges.
Αισθανόταν αποσυμμετοχική από το τρέχον έργο της και αποφάσισε να αναζητήσει νέες προκλήσεις.
02
μη αρραβωνιασμένος, χωρίς δέσμευση
having no formal commitment or promise of marriage
Παραδείγματα
She enjoyed her unengaged status, embracing her independence.
Απόλαυσε την αδέσμευτη κατάστασή της, αγκαλιάζοντας την ανεξαρτησία της.
Λεξικό Δέντρο
unengaged
engaged
engage



























