unemployed
un
ˌʌn
αν
emp
ˈɛmp
εμπ
loyed
lɔɪd
λοϊντ
/ˌʌnɪmˈplɔɪd/

Ορισμός και σημασία του "unemployed"στα αγγλικά

unemployed
01

άνεργος, χωρίς εργασία

without a job and seeking employment
unemployed definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unemployed
συγκριτικός βαθμός
more unemployed
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The unemployed youth faced challenges in entering the workforce due to lack of experience.
Οι άνεργοι νέοι αντιμετώπισαν προκλήσεις στην είσοδο στην εργασία λόγω έλλειψης εμπειρίας.
01

άνεργος, χωρίς εργασία

a person who does not have a job but is able and willing to work
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
unemployed
Παραδείγματα
Programs help the unemployed gain new skills and training.
Τα προγράμματα βοηθούν τους ανέργους να αποκτήσουν νέες δεξιότητες και κατάρτιση.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store