unemployed
un
ˌʌn
an
emp
ˈɪmp
imp
loyed
lɔɪd
loyd
destroyedoverjoyedemployedunderemployed

Ορισμός και σημασία του "unemployed"στα αγγλικά

unemployed
01

άνεργος, χωρίς εργασία

without a job and seeking employment 
unemployed definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unemployed
συγκριτικός βαθμός
more unemployed
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Being unemployed can lead to financial insecurity and stress for individuals and their families. 

Το να είσαι άνεργος μπορεί να οδηγήσει σε οικονομική ανασφάλεια και στρες για τα άτομα και τις οικογένειές τους.

01

άνεργος, χωρίς εργασία

a person who does not have a job but is able and willing to work 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
unemployed
Παραδείγματα
The unemployed registered at the local job center. 

Οι άνεργοι που είναι εγγεγραμμένοι στο τοπικό κέντρο απασχόλησης.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store