Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
undue
01
υπερβολικός, αδικαιολόγητος
beyond what is appropriate or necessary
Παραδείγματα
The manager faced criticism for placing undue pressure on employees to meet unrealistic deadlines.
Ο διαχειριστής αντιμετώπισε κριτική για την άσκηση αδικαιολόγητης πίεσης στους υπαλλήλους για την τήρηση μη ρεαλιστικών προθεσμιών.
02
μη ληξιπρόθεσμος, μη απαιτούμενος
not yet required to be paid
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The loan amount remains undue until the specified payment date arrives.
Το ποσό του δανείου παραμένει απλήρωτο μέχρι να φτάσει την καθορισμένη ημερομηνία πληρωμής.
03
αδικαιολόγητος, άδικος
unjustified or unfair, lacking proper reason or fairness
Παραδείγματα
The student felt that the teacher's punishment was undue, given the minor infraction.
Ο μαθητής αισθάνθηκε ότι η τιμωρία του δασκάλου ήταν αδικαιολόγητη, δεδομένου του μικρού αδικήματος.
Λεξικό Δέντρο
undue
due



























