undue
un
ʌn
αν
due
dju
ντγου
British pronunciation
/ʌndjˈuː/

Ορισμός και σημασία του "undue"στα αγγλικά

01

υπερβολικός, αδικαιολόγητος

beyond what is appropriate or necessary
undue definition and meaning
example
Παραδείγματα
The company faced legal action for imposing undue restrictions on employee benefits.
Η εταιρεία αντιμετώπισε νομικές ενέργειες για την επιβολή αδικαιολόγητων περιορισμών στα οφέλη των υπαλλήλων.
02

μη ληξιπρόθεσμος, μη απαιτούμενος

not yet required to be paid
example
Παραδείγματα
The overdue notice was sent in error, as the bill was still undue.
Η ειδοποίηση καθυστέρησης στάλθηκε κατά λάθος, καθώς ο λογαριασμός ήταν ακόμα μη ληξιπρόθεσμος.
03

αδικαιολόγητος, άδικος

unjustified or unfair, lacking proper reason or fairness
example
Παραδείγματα
The court ruled that the fine was undue, as the violation was not clearly established.
Το δικαστήριο αποφάσισε ότι το πρόστιμο ήταν αδικαιολόγητο, καθώς η παράβαση δεν είχε καθιερωθεί σαφώς.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

stars

app store