Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
undue
01
υπερβολικός, αδικαιολόγητος
beyond what is appropriate or necessary
Παραδείγματα
The company faced legal action for imposing undue restrictions on employee benefits.
Η εταιρεία αντιμετώπισε νομικές ενέργειες για την επιβολή αδικαιολόγητων περιορισμών στα οφέλη των υπαλλήλων.
02
μη ληξιπρόθεσμος, μη απαιτούμενος
not yet required to be paid
Παραδείγματα
The overdue notice was sent in error, as the bill was still undue.
Η ειδοποίηση καθυστέρησης στάλθηκε κατά λάθος, καθώς ο λογαριασμός ήταν ακόμα μη ληξιπρόθεσμος.
03
αδικαιολόγητος, άδικος
unjustified or unfair, lacking proper reason or fairness
Παραδείγματα
The court ruled that the fine was undue, as the violation was not clearly established.
Το δικαστήριο αποφάσισε ότι το πρόστιμο ήταν αδικαιολόγητο, καθώς η παράβαση δεν είχε καθιερωθεί σαφώς.
Λεξικό Δέντρο
undue
due



























