undue
un
ˌʌn
an
due
ˈdju:
dyoo
canoeimbuetabooto-do

Ορισμός και σημασία του "undue"στα αγγλικά

01

υπερβολικός, αδικαιολόγητος

beyond what is appropriate or necessary 
undue definition and meaning
Παραδείγματα
The manager faced criticism for placing undue pressure on employees to meet unrealistic deadlines. 

Ο διαχειριστής αντιμετώπισε κριτική για την άσκηση αδικαιολόγητης πίεσης στους υπαλλήλους για την τήρηση μη ρεαλιστικών προθεσμιών.

02

μη ληξιπρόθεσμος, μη απαιτούμενος

not yet required to be paid 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The loan amount remains undue until the specified payment date arrives. 

Το ποσό του δανείου παραμένει απλήρωτο μέχρι να φτάσει την καθορισμένη ημερομηνία πληρωμής.

03

αδικαιολόγητος, άδικος

unjustified or unfair, lacking proper reason or fairness 
Παραδείγματα
The student felt that the teacher's punishment was undue, given the minor infraction. 

Ο μαθητής αισθάνθηκε ότι η τιμωρία του δασκάλου ήταν αδικαιολόγητη, δεδομένου του μικρού αδικήματος.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store