Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
undivided
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most undivided
συγκριτικός βαθμός
more undivided
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The estate remained undivided, allowing the siblings to manage it together.
Η περιουσία παρέμεινε αδιαίρετη, επιτρέποντας στα αδέλφια να τη διαχειρίζονται μαζί.
02
αδιαίρετος, ομόφωνος
not parted by conflict of opinion
03
αδιαίρετος, μη κοινόχρηστος
not shared by or among others
04
αδιαίρετος, ολόκληρος
not separated into parts or shares; constituting an undivided unit
Λεξικό Δέντρο
undivided
divided
divide



























