undisturbed
un
ˌʌn
an
dis
ˈdɪs
dis
turbed
tɜ:bd
tēbd
unperturbedperturbeddisturbeduncurbed

Ορισμός και σημασία του "undisturbed"στα αγγλικά

undisturbed
01

απείραχτος, ήσυχος

left alone without interference or interruption 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most undisturbed
συγκριτικός βαθμός
more undisturbed
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
state, peace, environment
Παραδείγματα
The wildlife sanctuary provided a habitat where animals could live undisturbed. 

Το καταφύγιο άγριας ζωής παρείχε έναν βιότοπο όπου τα ζώα μπορούσαν να ζήσουν χωρίς διαταραχή.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

undisturbed
disturbed
disturb
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store