Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
undocumented
01
ατεκμηρίωτος, χωρίς έγγραφα
lacking necessary documents (as for e.g. permission to live or work in a country)
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most undocumented
συγκριτικός βαθμός
more undocumented
διαβαθμίσιμο
02
ατεκμηρίωτος, μη καταχωρισμένος
not recorded or officially recognized
Παραδείγματα
The artist 's early work remains mostly undocumented.
Τα πρώτα έργα του καλλιτέχνη παραμένουν ως επί το πλείστον μη τεκμηριωμένα.
Λεξικό Δέντρο
undocumented
documented
document



























