undomesticated
un
ʌn
αν
do
ντα
mes
ˈmɛs
μεσ
ti
τα
ca
ˌkeɪ
κει
ted
təd
ταντ
/ʌndəmˈɛstɪkˌe‍ɪtɪd/

Ορισμός και σημασία του "undomesticated"στα αγγλικά

undomesticated
01

ακατάλληλος για εξημέρωση, άγριος

not domesticated
undomesticated definition and meaning
02

αξεσκόλιστος, ασυνήθιστος στην οικιακή ζωή

unaccustomed to home life
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most undomesticated
συγκριτικός βαθμός
more undomesticated
διαβαθμίσιμο

Λεξικό Δέντρο

undomesticated
domesticated
...
domest
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store