Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
undisturbed
01
απείραχτος, ήσυχος
left alone without interference or interruption
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most undisturbed
συγκριτικός βαθμός
more undisturbed
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The baby finally fell asleep in her nursery room, which was undisturbed and quiet.
Το μωρό τελικά κοιμήθηκε στο δωμάτιο της, που ήταν ανενόχλητο και ήσυχο.
Λεξικό Δέντρο
undisturbed
disturbed
disturb



























