undivided
un
ˌʌn
an
di
di
vi
ˈvaɪ
vai
ded
dɪd
did
undecided

Ορισμός και σημασία του "undivided"στα αγγλικά

01

αδιαίρετος, αχώριστος

not separated or broken into parts 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most undivided
συγκριτικός βαθμός
more undivided
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
state, property, unity
Παραδείγματα
The inheritance was left as an undivided property to be shared by the heirs. 

Η κληρονομιά άφησε ως αδιαίρετη ιδιοκτησία να μοιραστεί μεταξύ των κληρονόμων.

02

αδιαίρετος, ομόφωνος

not parted by conflict of opinion 
03

αδιαίρετος, μη κοινόχρηστος

not shared by or among others 
04

αδιαίρετος, ολόκληρος

not separated into parts or shares; constituting an undivided unit 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

undivided
divided
divide
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store