Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unaware
01
αγνοών, ασυνείδητος
lacking knowledge or realization of a fact or situation
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unaware
συγκριτικός βαθμός
more unaware
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She remained unaware of the danger lurking nearby.
Παραμένει αγνοώντας τον κίνδυνο που κρύβεται κοντά.
Λεξικό Δέντρο
unaware
aware



























