Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unaware
01
αγνοών, ασυνείδητος
lacking knowledge or realization of a fact or situation
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unaware
συγκριτικός βαθμός
more unaware
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The tourists were unaware of the local customs and unintentionally caused offense.
Οι τουρίστες δεν γνώριζαν τα τοπικά έθιμα και ακούσια προκάλεσαν προσβολή.
Λεξικό Δέντρο
unaware
aware



























