Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unanimously
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
The committee unanimously approved the new policy.
Η επιτροπή ενέκρινε ομόφωνα τη νέα πολιτική.
Λεξικό Δέντρο
unanimously
unanimous
unanim
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Η επιτροπή ενέκρινε ομόφωνα τη νέα πολιτική.
Λεξικό Δέντρο