Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unambiguously
01
σαφώς, χωρίς αμφιβολία
in a way that is very clear and leaves no room for confusion or doubt
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
The instructions were written unambiguously, ensuring clear understanding.
Οι οδηγίες γράφτηκαν αναμφίβολα, εξασφαλίζοντας σαφή κατανόηση.
02
ασφαλώς
so as to be unique
Λεξικό Δέντρο
unambiguously
ambiguously
ambiguous
ambigu



























