Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Truss
01
δοκός, σκελετός στήριξης
a metal or wooden frame supporting a bridge, roof, etc.
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
trusses
02
ζωνάρι κήλης, υποστήριξη οσφύος
(medicine) a supportive device for weakened areas, providing compression and stability
Παραδείγματα
I wore a truss to support my lower back during heavy lifting.
Φόρεσα ένα κορσέ για να υποστηρίξω την κάτω πλάτη μου κατά τη διάρκεια της ανύψωσης βαρέων αντικειμένων.
03
truss, τριγωνική βραχίονα
(architecture) a triangular bracket of brick or stone (usually of slight extent)
04
τσαμπί, δέσμη
a tight group of flowers or fruits that grow together on a single main stalk
Παραδείγματα
The tomato plant had a large truss of ripe fruit.
Το φυτό της ντομάτας είχε ένα μεγάλο τσαμπί ώριμων καρπών.
to truss
01
υποστηρίζω, υποστηρίζω δομικά
support structurally
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
truss
γ΄ ενικό πρόσωπο
trusses
ενεστώτα μετοχή
trussing
απλός αόριστος
trussed
παθητική μετοχή
trussed
02
δένω, προετοιμάζω το πουλί για μαγείρεμα
to prepare a bird for cooking by securing its wings and legs close to its body
Παραδείγματα
She trusses the chicken before roasting it in the oven.
Αυτή δένει το κοτόπουλο πριν το ψήσει στο φούρνο.
03
δένω, ασφαλίζω
to tie up or secure something firmly using ropes or straps
Παραδείγματα
The sailors trussed down the cargo to prevent it from shifting during the storm.
Οι ναυτικοί δέσανε το φορτίο για να αποτρέψουν την κίνησή του κατά τη διάρκεια της καταιγίδας.



























