trustful
trust
ˈtrʌst
trast
ful
fəl
fēl
truthful

Ορισμός και σημασία του "trustful"στα αγγλικά

01

εμπιστευτικός, εύπιστος

having a natural tendency to believe in others' honesty or reliability 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most trustful
συγκριτικός βαθμός
more trustful
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The trustful child handed his savings to the stranger without hesitation. 

Το εμπιστευτικό παιδί παρέδωσε τις οικονομίες του στον άγνωστο χωρίς δισταγμό.

Λεξικό Δέντρο

distrustful
mistrustful
trustfully
trustful
trust
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store