trustful
trust
ˈtrʌst
τραστ
ful
fəl
φαλ
/tɹˈʌstfə‍l/

Ορισμός και σημασία του "trustful"στα αγγλικά

01

εμπιστευτικός, εύπιστος

having a natural tendency to believe in others' honesty or reliability
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most trustful
συγκριτικός βαθμός
more trustful
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
In a trustful relationship, partners share secrets without fear.
Σε μια αξιόπιστη σχέση, οι σύντροφοι μοιράζονται μυστικά χωρίς φόβο.

Λεξικό Δέντρο

distrustful
mistrustful
trustfully
trustful
trust
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store