Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
tricky
01
δύσκολος, περίπλοκος
difficult to do or handle and requiring skill or caution
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
trickiest
συγκριτικός βαθμός
trickier
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Driving in heavy traffic can be tricky, especially during rush hour.
Η οδήγηση σε πολύ κυκλοφορία μπορεί να είναι δύσκολη, ειδικά κατά τις ώρες αιχμής.
Παραδείγματα
His tricky behavior made him hard to trust.
Η πανούργη συμπεριφορά του τον έκανε δύσκολο να εμπιστευτεί.
03
πανούργος, πονηρός
(of a person) skilled at deceiving or manipulating others in a clever or subtle way
Παραδείγματα
He's a tricky person who always seems to get what he wants.
Είναι ένα πανούργο άτομο που φαίνεται πάντα να παίρνει αυτό που θέλει.
Λεξικό Δέντρο
trickily
trickiness
tricky
trick



























