tricky
tri
ˈtrɪ
tri
cky
ki
ki
tricksy

Ορισμός και σημασία του "tricky"στα αγγλικά

01

δύσκολος, περίπλοκος

difficult to do or handle and requiring skill or caution 
tricky definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
trickiest
συγκριτικός βαθμός
trickier
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Driving in heavy traffic can be tricky, especially during rush hour. 

Η οδήγηση σε πολύ κυκλοφορία μπορεί να είναι δύσκολη, ειδικά κατά τις ώρες αιχμής.

02

πανούργος, πανουργία

involving clever or deceitful actions to achieve something 
Παραδείγματα
His tricky behavior made him hard to trust. 

Η πανούργη συμπεριφορά του τον έκανε δύσκολο να εμπιστευτεί.

03

πανούργος, πονηρός

(of a person) skilled at deceiving or manipulating others in a clever or subtle way 
Παραδείγματα
He's a tricky person who always seems to get what he wants. 

Είναι ένα πανούργο άτομο που φαίνεται πάντα να παίρνει αυτό που θέλει.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store