guileful
guile
ˈgaɪl
γκαιλ
ful
fʊl
φουλ

Ορισμός και σημασία του "guileful"στα αγγλικά

01

πανούργος, πανουργία

using clever but deceitful methods to achieve a goal 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most guileful
συγκριτικός βαθμός
more guileful
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
behavior, character, strategy
Παραδείγματα
She came up with a crafty excuse to avoid the meeting. 

Βρήκε μια πανούργη δικαιολογία για να αποφύγει τη συνάντηση.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

guileful
guile
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store