guild
guild
gɪld
gild
buildbilledbegildfilled

Ορισμός και σημασία του "guild"στα αγγλικά

01

συντεχνία, ένωση

an association of people who work in the same industry or have similar goals or interests 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
guilds

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store