Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Guillotine
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
guillotines
Παραδείγματα
The guillotine was dismantled and abolished in many countries as a more humane approach to capital punishment was adopted.
Η γκιλοτίνα αποσυναρμολογήθηκε και καταργήθηκε σε πολλές χώρες καθώς υιοθετήθηκε μια πιο ανθρωπιστική προσέγγιση στη θανατική ποινή.
02
γκιλοτίνα, περιορισμός
a procedural measure that imposes a strict time limit on the debate of specific sections of a bill
Παραδείγματα
The debate on the budget was ended prematurely by a guillotine.
Η συζήτηση για τον προϋπολογισμό τερματίστηκε πρόωρα από μια guillotine.
to guillotine
01
εκτελώ με γκιλοτίνα
to execute someone by decapitation using a device designed for swift and efficient beheading
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
guillotine
γ΄ ενικό πρόσωπο
guillotines
ενεστώτα μετοχή
guillotining
απλός αόριστος
guillotined
παθητική μετοχή
guillotined
Παραδείγματα
The court guillotines people who disagree.
Το δικαστήριο γκιλοτινάρει ανθρώπους που διαφωνούν.



























