Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
tricksy
01
πανούργος, παιχνιδιάρης
(of a perosn) prone to causing trouble in a sly or mischievous way
Παραδείγματα
The tricksy gambler relied on his quick thinking to win the game.
Ο πανούργος τζογαδόρος βασίστηκε στη γρήγορη σκέψη του για να κερδίσει το παιχνίδι.



























