Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
tricksy
01
πανούργος, παιχνιδιάρης
(of a perosn) prone to causing trouble in a sly or mischievous way
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
tricksiest
συγκριτικός βαθμός
tricksier
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
That tricksy boy is always finding ways to get out of trouble.
Αυτό το πανούργο αγόρι βρίσκει πάντα τρόπους να βγει από τα μπελάδες.



























