Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to thwack
01
χτυπώ δυνατά, βαράω
to hit forcefully with a distinct, loud sound
Transitive: to thwack sb/sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
thwack
γ΄ ενικό πρόσωπο
thwacks
ενεστώτα μετοχή
thwacking
απλός αόριστος
thwacked
παθητική μετοχή
thwacked
Παραδείγματα
The carpenter had to thwack the stubborn nail to get it into place.
Ο ξυλουργός έπρεπε να χτυπήσει δυνατά την πεισματάρδη καρφίτσα για να την βάλει στη θέση της.
thwack
01
μπαμ, σφαλιάρα
used to represent the sharp, loud sound of something striking a surface, often associated with a firm hit or slap
Παραδείγματα
He swung the bat—thwack!—the ball soared over the fence.
Κλόνισε το ρόπαλο—μπαμ!—η μπάλα πέταξε πάνω από το φράχτη.



























