Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Thumb
01
αντίχειρας, το παχύ δάχτυλο που έχει διαφορετική θέση από τα άλλα τέσσερα
the thick finger that has a different position than the other four
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
thumbs
Παραδείγματα
She accidentally cut her thumb while chopping vegetables.
Κόπηκε κατά λάθος τον αντίχειρά της ενώ έκοβε λαχανικά.
02
ο αντίχειρας, το μέρος του γαντιού που καλύπτει τον αντίχειρα
the part of a glove that provides a covering for the thumb
03
κυρτό πλαίσιο με διατομή σε σχήμα τετάρτου κύκλου ή έλλειψης, τόρος
a convex molding having a cross section in the form of a quarter of a circle or of an ellipse
to thumb
01
πιέζω με τον αντίχειρα, χειρίζομαι με τον αντίχειρα
to press, move, or manipulate something using the thumb
Transitive: to thumb sth
Παραδείγματα
The musician had to thumb the strings of the guitar to produce a specific chord.
Ο μουσικός έπρεπε να πιέσει τις χορδές της κιθάρας για να παράγει μια συγκεκριμένη χορδή.
02
κάνω οτοστόπ, ζητάω μεταφορά
to get a free ride from passing vehicles by signaling with one's thumb
Transitive: to thumb a ride
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
thumb
γ΄ ενικό πρόσωπο
thumbs
ενεστώτα μετοχή
thumbing
απλός αόριστος
thumbed
παθητική μετοχή
thumbed
Παραδείγματα
After missing the last bus, she had to thumb a ride from the gas station.
Αφού έχασε το τελευταίο λεωφορείο, έπρεπε να κάνω οτοστόπ από το βενζινάδικο.
03
ξεφυλλίζω, ξεφυλλίζω με τον αντίχειρα
to flip through pages using one's thumb
Transitive: to thumb pages
Παραδείγματα
He thumbed the pages of his notebook, reviewing his lecture notes.
Γύρισε τις σελίδες του σημειωματάριού του, επανεξετάζοντας τις σημειώσεις της διάλεξής του.



























