Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
thudding
01
χτυπώντας, βροντερός
producing a heavy, muffled, and often repeated sound
Παραδείγματα
The ground quivered with the thudding footsteps of the approaching elephant.
Το έδαφος τρεμόπαιζε με τα βαρεία βήματα του ερχόμενου ελέφαντα.
Λεξικό Δέντρο
thudding
thud



























