thickset
thick
ˈθɪk
thik
set
ˌsɛt
set
thicket

Ορισμός και σημασία του "thickset"στα αγγλικά

01

στρουμπουλός, γκριζεράτος

describing a compact, solid build and a broad, muscular frame 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most thickset
συγκριτικός βαθμός
more thickset
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
physique, appearance, strength
Παραδείγματα
The thickset linebacker tackled his opponents with unstoppable force. 

Ο στερεός linebacker τάκλιαρε τους αντιπάλους του με ακατάπαυστη δύναμη.

02

πυκνός, δασύς

planted or growing close together 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

thickset

thick

+

set

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store