Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Thickness
01
πάχος, πυκνότητα
the measure of the distance between two parallel surfaces of an object
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
02
πάχος, πυκνότητα
used of a line or mark
03
πάχος, ιξώδες
resistance to flow
04
πάχος, ασαφής άρθρωση
indistinct articulation
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
thickness
thick



























