Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
terrifically
01
τρομερά, εξαιρετικά
with great force, energy, or intensity
Παραδείγματα
Flames spread terrifically through the dry forest.
Οι φλόγες εξαπλώνονται τρομερά μέσα από το ξερό δάσος.
1.1
εξαιρετικά, υπέροχα
in an exceptionally excellent manner
Παραδείγματα
The event was organized terrifically, creating a memorable experience for attendees.
Η εκδήλωση οργανώθηκε εξαιρετικά καλά, δημιουργώντας μια αξέχαστη εμπειρία για τους παρευρισκόμενους.



























