terrifically
te
τερ
rri
ˈrɪ
ρι
fica
fɪk
φικ
lly
li
λι
/təɹˈɪfɪkli/

Ορισμός και σημασία του "terrifically"στα αγγλικά

terrifically
01

τρομερά, εξαιρετικά

with great force, energy, or intensity
Παραδείγματα
Flames spread terrifically through the dry forest.
Οι φλόγες εξαπλώνονται τρομερά μέσα από το ξερό δάσος.
1.1

εξαιρετικά, υπέροχα

in an exceptionally excellent manner
Παραδείγματα
The event was organized terrifically, creating a memorable experience for attendees.
Η εκδήλωση οργανώθηκε εξαιρετικά καλά, δημιουργώντας μια αξέχαστη εμπειρία για τους παρευρισκόμενους.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store