terrific
te
rri
ˈrɪ
ri
fic
fɪk
fik
prolificspecificsalvifichorrific

Ορισμός και σημασία του "terrific"στα αγγλικά

01

φανταστικός, εκπληκτικός

extremely great and amazing 
terrific definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most terrific
συγκριτικός βαθμός
more terrific
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She had a terrific smile that brightened up the room and made everyone feel welcome. 

Είχε ένα υπέροχο χαμόγελο που φώτιζε το δωμάτιο και έκανε όλους να αισθάνονται ευπρόσδεκτοι.

02

φοβερός, φανταστικός

very great in degree, intensity, or extent 
Παραδείγματα
The storm produced terrific waves along the coast. 

Η καταιγίδα παρήγαγε τρομερά κύματα κατά μήκος της ακτής.

03

τρομακτικός, φοβερός

causing intense fear or shock due to overwhelming force, sound, or danger 
Παραδείγματα
A terrific scream echoed through the dark forest. 

Μια τρομακτική κραυγή ηχούσε μέσα στο σκοτεινό δάσος.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store