terrific
te
τα
rri
ˈrɪ
ρι
fic
fɪk
φικ
/təˈrɪfɪk/

Ορισμός και σημασία του "terrific"στα αγγλικά

01

φανταστικός, εκπληκτικός

extremely great and amazing
terrific definition and meaning
Παραδείγματα
The musician had a terrific voice that resonated with emotion and power, captivating listeners with every note.
Ο μουσικός είχε μια εκπληκτική φωνή που αντηχούσε με συναίσθημα και δύναμη, μαγεύοντας τους ακροατές με κάθε νότα.
02

φοβερός, φανταστικός

very great in degree, intensity, or extent
Παραδείγματα
The engine generates a terrific amount of power.
Ο κινητήρας παράγει μια τεράστια ποσότητα ισχύος.
03

τρομακτικός, φοβερός

causing intense fear or shock due to overwhelming force, sound, or danger
Παραδείγματα
The terrific storm destroyed everything in its path.
Η τρομακτική καταιγίδα κατέστρεψε τα πάντα στο πέρασμά της.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store