Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
terrific
01
φανταστικός, εκπληκτικός
extremely great and amazing
Παραδείγματα
The musician had a terrific voice that resonated with emotion and power, captivating listeners with every note.
Ο μουσικός είχε μια εκπληκτική φωνή που αντηχούσε με συναίσθημα και δύναμη, μαγεύοντας τους ακροατές με κάθε νότα.
02
very great in degree, intensity, or extent
Παραδείγματα
The engine generates a terrific amount of power.
03
τρομακτικός, φοβερός
causing intense fear or shock due to overwhelming force, sound, or danger
Παραδείγματα
The terrific storm destroyed everything in its path.
Η τρομακτική καταιγίδα κατέστρεψε τα πάντα στο πέρασμά της.



























