Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to teem
01
πλημμυρίζω, γεμίζω
to be filled with a lot of something, indicating a lively and busy atmosphere
Transitive: to teem with sb/sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
teem
γ΄ ενικό πρόσωπο
teems
ενεστώτα μετοχή
teeming
απλός αόριστος
teemed
παθητική μετοχή
teemed
Παραδείγματα
The playground teemed with children playing and laughing during recess.
Η παιδική χαρά γεμίζει με παιδιά που παίζουν και γελούν κατά τη διάρκεια του διαλείμματος.
02
συρρέω, πληθαίνω
to move in large numbers, often denoting a rapid and abundant movement of people, animals, or objects
Παραδείγματα
The crowd teems toward the stadium, eager to witness the championship match.
Το πλήθος συρρέει προς το στάδιο, ανυπόμονο να δει τον αγώνα πρωταθλήματος.



























