Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
strenuous
01
επίπονος, strenuous
requiring great physical effort or energy
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most strenuous
συγκριτικός βαθμός
more strenuous
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The strenuous climb tested their physical endurance.
Η επίπονη αναρρίχηση δοκίμασε τη σωματική τους αντοχή.
02
επίπονος, κουραστικός
requiring intense mental effort or focus
Παραδείγματα
Writing the report took strenuous mental focus.
Η συγγραφή της έκθεσης απαιτούσε επίπονη νοητική συγκέντρωση.
Λεξικό Δέντρο
strenuously
strenuousness
strenuous
strenu



























