Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
strangely
01
παραδόξως, απροσδόκητα
in a manner that is unusual or unexpected
γραμματικές πληροφορίες
επίρρημα τρόπου
Παραδείγματα
The stranger smiled strangely, adding an air of mystery to the encounter.
Ο άγνωστος χαμογέλασε παραδόξως, προσθέτοντας μια αύρα μυστηρίου στη συνάντηση.
02
παραδόξως, περίεργα
in a manner indicating surprise, curiosity, or an unexpected nature
Παραδείγματα
Strangely, the keys were found in a place where they shouldn't have been.
Παραδόξως, τα κλειδιά βρέθηκαν σε ένα μέρος όπου δεν έπρεπε να βρίσκονται.
Λεξικό Δέντρο
strangely
strange



























