strait-laced
strait
streɪt
streit
laced
leɪst
leist
straitlaced

Ορισμός και σημασία του "strait-laced"στα αγγλικά

strait-laced
01

αυστηρός, πουριτανικός

very strict and traditional in opinion about morals 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most strait-laced
συγκριτικός βαθμός
more strait-laced
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The church's strait-laced approach to discipline led to conflicts with more progressive members. 

Η αυστηρή προσέγγιση της εκκλησίας ως προς την πειθαρχία οδήγησε σε συγκρούσεις με τα πιο προοδευτικά μέλη.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store