Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Strainer
01
σουρωτήρι, κοσκινί
a kitchen tool with many holes used for separating solid materials from liquids
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
strainers
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
restrainer
strainer
strain



























