strapless
strap
ˈstræp
strāp
less
ləs
lēs
saplesshapless

Ορισμός και σημασία του "strapless"στα αγγλικά

01

χωρίς λουριά

(especially of a dress or bra) having no shoulder straps 
strapless definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
μη διαβαθμίσιμο
01

χωρίς λουριά, γυναικεία ενδυμασία χωρίς λουριά ώμων

a woman's garment that exposes the shoulders and has no shoulder straps 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
straplesses
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store