Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to stay up
[phrase form: stay]
01
μένω ξύπνιος, δεν πάω για ύπνο
to choose not to go to bed and remain awake
Intransitive
Παραδείγματα
The students stayed up studying for the exam, reviewing their notes and practicing problem-solving.
Οι μαθητές έμειναν ξύπνιοι για να μελετήσουν για τις εξετάσεις, να επανεξετάσουν τις σημειώσεις τους και να εξασκηθούν στην επίλυση προβλημάτων.
02
παραμένω υψωμένος, παραμένω σε όρθια θέση
to remain elevated or in an upright position
Intransitive
Παραδείγματα
The tower crane stayed up high above the construction site, lifting heavy materials with precision.
Ο πύργος γερανού έμεινε ψηλά πάνω από το εργοτάξιο, σηκώνοντας βαριά υλικά με ακρίβεια.
03
παραμένει λειτουργικός, συνεχίζει να λειτουργεί
(of a system or machine) to remain functional
Intransitive
Παραδείγματα
The generator will stay up during the entire event.
Ο γεννήτριας θα παραμείνει σε λειτουργία καθ' όλη τη διάρκεια της εκδήλωσης.
04
παραμένω, διατηρούμαι
(of a sports teams) to remain in the current league or division without being being moved to a lower one
Intransitive
Παραδείγματα
Despite the challenges, he wants to stay up in the race for the championship.
Παρά τις προκλήσεις, θέλει να παραμείνει στον αγώνα για το πρωτάθλημα.



























