Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to stay on
01
παραμένω, συνεχίζω
to remain in a specific place, job, or program for a longer period
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
on
βασικό ρήμα
stay
ενεστώτας
stay on
γ΄ ενικό πρόσωπο
stays on
ενεστώτα μετοχή
staying on
απλός αόριστος
stayed on
παθητική μετοχή
stayed on
Παραδείγματα
He plans to stay on as the company's CEO for another year.
Σχεδιάζει να παραμείνει ως CEO της εταιρείας για ένα ακόμη έτος.
02
παραμένω, διατηρούμαι
(of a particular thing or condition) to remain unchanged
Παραδείγματα
The weather is staying on sunny for the rest of the week.
Ο καιρός παραμένει ηλιόλουστος για το υπόλοιπο της εβδομάδας.
03
παραμένω σε, συνεχίζω να παίρνω
to continue the use or consumption of a medication, drug, or substance as prescribed or needed
Παραδείγματα
The doctor advised him to stay on the antibiotics for another week to ensure the infection clears completely.
Ο γιατρός του συμβούλεψε να παραμείνει στα αντιβιοτικά για άλλη μια εβδομάδα για να διασφαλιστεί ότι η μόλυνση θα εξαφανιστεί εντελώς.
04
παραμένουν μαζί, διατηρούν τη σχέση
to maintain a romantic relationship or partnership without separating
Παραδείγματα
Despite some ups and downs, they've decided to stay on together and work through their issues.
Παρά κάποιες αναποδιές, αποφάσισαν να μείνουν μαζί και να λύσουν τα προβλήματά τους.
05
επιμένω, παραμένω σταθερός
to continue to hold or maintain a particular belief or opinion
Παραδείγματα
Despite the criticism, she's staying on her stance that women should have equal pay for equal work.
Παρά τις επικρίσεις, επιμένει στη θέση της ότι οι γυναίκες πρέπει να έχουν ίση αμοιβή για ίση εργασία.



























