Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to stand out
01
ξεχωρίζω, κυριαρχώ
to be prominent and easily noticeable
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
out
βασικό ρήμα
stand
ενεστώτας
stand out
γ΄ ενικό πρόσωπο
stands out
ενεστώτα μετοχή
standing out
απλός αόριστος
stood out
παθητική μετοχή
stood out
Παραδείγματα
The glowing neon sign made the cafe stand out among the other businesses on the street.
Η φωτεινή νέον σήμα έκανε το καφέ να ξεχωρίζει ανάμεσα στις άλλες επιχειρήσεις του δρόμου.
02
ξεχωρίζω, διακρίνομαι
to cause something or someone to be noticeably different or better than others
Transitive: to stand out sth
Παραδείγματα
The teacher advised the students to use vibrant illustrations to stand out their presentations during the science fair.
Ο δάσκαλος συμβούλευσε τους μαθητές να χρησιμοποιήσουν ζωηρές εικονογραφήσεις για να ξεχωρίσουν τις παρουσιάσεις τους κατά τη διάρκεια της επιστημονικής έκθεσης.
03
απομακρύνομαι, αποπλέω
to navigate a ship away from the shore
Intransitive
Παραδείγματα
To avoid underwater obstacles, the captain decided to stand out from the shore.
Για να αποφύγει υποθαλάσσια εμπόδια, ο καπετάνιος αποφάσισε να απομακρυνθεί από την ακτή.
04
διατηρώ τις πεποιθήσεις μου, αντιστέκομαι
to maintain one's beliefs, despite facing pressure or opposition from others
Intransitive
Παραδείγματα
The scientist continued to stand out for her pioneering research, even in the face of skepticism.
Η επιστήμονας συνέχισε να ξεχωρίζει για την πρωτοποριακή της έρευνα, ακόμη και μπροστά στον σκεπτικισμό.



























