to squeal
squeal
skwi:l
skvil
appealhuipilrepealreveal

Ορισμός και σημασία του "squeal"στα αγγλικά

to squeal
01

καταδίδω, μουντζώνω

confess to a punishable or reprehensible deed, usually under pressure 
to squeal definition and meaning
02

τσιρίζω, ουρλιάζω

to make a long high cry such as a pig 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
squeal
γ΄ ενικό πρόσωπο
squeals
ενεστώτα μετοχή
squealing
απλός αόριστος
squealed
παθητική μετοχή
squealed
Παραδείγματα
The girls squealed in excitement upon seeing the puppy. 

Τα κορίτσια τσίριξαν από ενθουσιασμό όταν είδαν το κουτάβι.

01

στριγκλιά, διαπεραστική κραυγή

a sharp long cry or sound 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
squeals
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store