squeaky
squea
ˈskwi
σκουι
ky
ki
κι
/skwˈiːki/

Ορισμός και σημασία του "squeaky"στα αγγλικά

01

τριγμός, οξύς

producing a high-pitched, sharp sound
squeaky definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
squeakiest
συγκριτικός βαθμός
squeakier
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The squeaky marker on the whiteboard made a distracting noise during the lecture.
Ο τρίζων μαρκαδόρος στον πίνακα έκανε έναν αποσπαστικό θόρυβο κατά τη διάρκεια της διάλεξης.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store